πεζοπορία στην κόνιτσα

Πεζοπορία στην Κόνιτσα

Πεζοπορία στην Κόνιτσα

«Όν τρόπον επιπόθει η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιπόθει
η ψυχή προς σε ο Θεός.»

Επιγραφή στην φυσική πηγή, 200μ από τη Μονή Στομίου

Η πεζοπορική διαδρομή προς τη Μονή Στομίου στην Κόνιτσα ήταν από καιρό μία από τις προτεραιότητές μου και επιτέλους κατάφερα να την πραγματοποιήσω.

Ξεκινήσαμε αρκετά νωρίς, 7 η ώρα ήμασταν ήδη στο δρόμο και στις 8 και κάτι είχαμε φτάσει κιόλας στην όμορφη κωμόπολη της Κόνιτσας, η οποία βρίσκεται 65χλμ βορειοδυτικά των Ιωαννίνων σε υψόμετρο 630 μέτρων.

Αφήσαμε το αυτοκίνητο δίπλα στο σύμβολο της Κόνιτσας, το πέτρινο γεφύρι της που είναι ένα από τα μεγαλύτερα μονότοξα γεφύρια των Βαλκανίων με ύψος 20μέτρα και πλάτος 40μέτρα και ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε.

Ένα ελαφρύ σακίδιο στον ώμο που περιείχε μόνο τα άκρως απαραίτητα: νερό, κάτι για να τσιμπήσουμε στη στάση που θα κάναμε, ένα extra μπλουζάκι και βέβαια τη ψηφιακή φωτογραφική μηχανή για να αποτυπώσουμε με το φακό όσα θα βλέπαμε με τα μάτια μας!

Είναι πολύ σημαντικό, ειδικά αν είστε αρχάριοι στο «σπορ» αυτό, να μη φορτωθείτε με περιττό βάρος. Επίσης, κάτι που θα σας βοηθήσει αρκετά ειδικά στην κατάβαση είναι να έχετε μαζί σας ένα ξύλινο ορειβατικό μπαστούνι ή αλλιώς «γκλίτσα» (από το βουλγαρικό klits που σημαίνει ποιμενικό ραβδί).

Σημείο Έναρξης: το γεφύρι της Κόνιτσας

Η κωμόπολη ακόμα κοιμάται και εμείς νυσταγμένοι χαζεύουμε την επιγραφή στο γεφύρι της Κόνιτσας η οποία μας πληροφορεί ότι πρόκειται για έργο του λαϊκού αρχιμάστορα Ζιώγα Φρόντζου που καταγόταν από την Πυρσόγιαννη, χωριό από το οποίο προέρχονται ξακουστοί μάστοροι της πέτρας.

Η θεμελίωσή του άρχισε το 1823 και ολοκληρώθηκε μετά από 50 περίπου χρόνια, το 1871. Έχει αρκετή δροσούλα – τέλη Ιουλίου – και αναρωτιέμαι μήπως θα έπρεπε να είχα πάρει και κανένα λεπτό μπουφανάκι μαζί μου, κάτι για το οποίο σύντομα έμελλε να αλλάξω γνώμη. Η θέα της χαράδρας του Αώου από το γεφύρι της Κόνιτσας πανέμορφη και η πεζοπορία μας ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς.

Με το που περνάμε στην απέναντι όχθη του Αώου, ένα μαύρο κυνηγόσκυλο έρχεται όλο χαρά να μας προϋπαντήσει και να μας καλωσορίσει στα λημέρια του: θα ήταν ο οδηγός μας και άγρυπνος φρουρός μας μέχρι το μοναστήρι!

Καθόλου δεν άργησε να γίνει μέλος της παρέας μας η οποία μεγάλωσε κατά ένα μέλος με μεγάλη μας χαρά και το όνομα αυτού: Scooby! Θαρρώ πως θα έχει αποκτήσει αρκετά ονόματα μέχρι στιγμής το καημενούλι…

Επόμενη εικόνα που αντικρύζω είναι ένας πανέμορφος φυσικός καταρράκτης ακριβώς απέναντί μου: ο ήχος του τρεχούμενου νερού με συναρπάζει και με κάνει να συνειδητοποιήσω πως είμαι επιτέλους μέσα στη φύση, μακριά, πολύ μακριά από την τρέλα της πολύβουης πρωτεύουσας.

Η χαράδρα του Αώου αποτελεί στολίδι για την ευρύτερη περιοχή και συγχρόνως είναι ισχυρός πόλος έλξης για όσους θέλουν να ασχοληθούν με εναλλακτικό τουρισμό: εκτός από πεζοπορία, μπορεί κανείς να κάνει μεταξύ άλλων ανάβαση, κατάβαση, παραπέντε αλλά και κανόε καγιάκ.

Το μικρότερο υψόμετρό της είναι 400μέτρα και σχηματίζεται ανάμεσα στην Τύμφη και τον Σμόλικα, στην περιοχή του γεφυριού ενώ το μεγαλύτερο είναι 2032 μέτρα για την οροσειρά του Σμόλικα και 2497μέτρα για την οροσειρά της Τύμφης.

Κύρια μορφολογικά χαρακτηριστικά της χαράδρας είναι οι μεγάλες κλίσεις και οι απότομες πλαγιές, απόρροια της διάβρωσης που συντελείται από τα νερά του ποταμού.

Η διαδρομή μας αρχικά είναι ακριβώς δίπλα στην κοίτη του ποταμού δίνοντάς μας την ευκαιρία να χαζεύουμε τα κρυστάλλινα και βέβαια λιγοστά σε ποσότητα λόγω εποχής νερά του.

Το μονοπάτι είναι αρκετά βατό και πού και πού σταματάμε για να θαυμάσουμε το τοπίο ενώ την ίδια στιγμή παρατηρούμε ποια σημεία είναι ιδανικά για τη βουτιά που σχεδιάζουμε να κάνουμε κατά την επιστροφή στα παγωμένα νερά του Αώου.

Ο Scooby, ο νέος μας φίλος, χανότανε κατά διαστήματα αλλά όχι για πάνω από 5 λεπτά. Όταν ακούγαμε καμιά πετρούλα να υποχωρεί από το βουνό στα δεξιά μας καταλαβαίναμε ότι σε λίγο θα εμφανιζόταν και αυτός και θα κατέβαινε σαν κατσίκι για να βρεθεί και πάλι δίπλα μας, ή μάλλον πιο σωστά μπροστά μας όπως αρμόζει σε έναν οδηγό με τα όλα του!

Κανένας μας δεν είχε ξανακάνει τη διαδρομή αλλά οι πληροφορίες μας λέγανε ότι είναι σχετικά εύκολη με μια δυσκολούτσικη ανηφορίτσα στο τέλος λίγο πριν τη Μονή.

Μέχρι το αρδευτικό φράγμα ήταν όντως ομαλή, μετά όμως από ένα πέτρινο γεφυράκι άρχισαν τα δύσκολα καθώς μια ανηφόρα με διόλου ευκαταφρόνητη κλίση ξεπρόβαλλε μπροστά μας ενώ δεν είχαμε κλείσει ακόμα ούτε μία ώρα: ήταν δυνατόν να φτάσαμε τόσο νωρίς; «Χμ, τελικά τζάμπα ανησυχούσα για τη φυσική μου κατάσταση» άρχισα να σκέφτομαι, κάτι για το οποίο λίγα λεπτά αργότερα θα άλλαζα άρδην γνώμη.

Όσο η ανηφόρα συνέχιζε σε κάθε στροφή τόσο το κουράγιο άρχισε να εγκαταλείπει τα 3 από τα 5 μέλη της ομάδας – μη ξεχνάτε είχαμε και το Scooby μαζί μας – «Μα πού πάμε οι τρελοί, μήπως έχουμε κάνει λάθος στο μονοπάτι; Αδύνατον, αφού ήταν ο μοναδικός δρόμος, δεν μπορεί!» Τελικά οι πληροφορίες που είχαμε αποδείχτηκε ότι δεν ήταν και τόσο ακριβείς…

Οι παλμοί μου είχαν απογειωθεί και όσο και να το πάλεψα δεν άντεξα, έκανα μια ολιγόλεπτη στάση σε μια πέτρα να πιω λίγο νεράκι να δροσιστώ μήπως και συνέλθω.

Δε μπορώ να πω πάντως, η φύση ήταν φοβερή, στο βάθος ακουγόταν ο Αώος καθώς είχαμε αφήσει πλέον την κοίτη του και αρχίσαμε να παίρνουμε τον ανήφορο και τα πάντα γύρω μας καταπράσινα μα δεν μπορώ να σας κρύψω πως ονειρευόμουν το κρεβατάκι μου που τόσο εύκολα απαρνήθηκα!

Πάλι καλά που το ένα μέλος της ομάδας με τη μεγαλύτερη αντοχή δεν έχανε το κουράγιο του παρά μόνο το διασκέδαζε με τα χάλια μας βλέποντάς μας με τη γλώσσα έξω λες και ανεβαίναμε στα Ιμαλάϊα και μας προέτρεπε να συνεχίσουμε την πορεία μας.  Εγώ πάλι είχα αρχίσει να αντιπροτείνω  να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής. Ναι, είμαι επιρρεπής και χρειάζομαι κάποιον να με σπρώχνει για να φτάσω στην πηγή και να πιω και νερό, κυριολεκτικά μιλώντας στην περίπτωσή μας όπως θα διαβάσετε παρακάτω.

Η ανηφόρα συνέχισε για πολύ περισσότερο απ’ ότι ήλπιζα και εκεί που ήμουν έτοιμη να σωριαστώ και να το παίξω ψόφιος κοριός, μια σωτήρια φωνή ακούγεται από την κορυφή της: «Φτάσαμε, εδώ είναι ελάτε». Αμήν Παναγία μου, καιρός ήτανε μετά από 1 ώρα και 25 λεπτά περίπου μου φαινότανε απίστευτο. Βαριά η καλογερική τελικά, θέλει κότσια και η πεζοπορία δεν είναι εύκολο πράγμα.

Στην πλατειούλα έξω από τη Μονή Στομίου βρίσκουμε τον ηγούμενο και 2 κυρίους που έπαιρναν το δεκατιανό τους κουβαντιάζοντας. Αφού τους απαντάμε στην ερώτησή τους ότι ναι πρώτη φορά ερχόμαστε στο Στόμιο, δροσιζόμαστε στη βρύση και ρωτάμε με τη σειρά μας αν μπορούμε να επισκεφτούμε τη Μονή: «Τυχεροί είστε που με βρήκατε εδώ, αν και δεν είστε κατάλληλα ντυμένοι ελάτε μιας που κάνατε τόσο κόπο να έρθετε, τι να σας κάνω…»

Να και κάτι που δεν είχαμε σκεφτεί καθόλου, την ενδυμασία που θα έπρεπε κανονικά να έχουμε για να επισκεφτούμε το μοναστήρι.

Στο σημείο που βρίσκεται η Μονή που είναι αφιερωμένη στη Γέννηση της Παναγίας, η χαράδρα στενεύει και δημιουργεί στόμιο, απ’ όπου πήρε και το όνομά της.

Η Μονή Στομίου χτίστηκε το 1774 στην κορυφή ενός απότομου βράχου και σήμερα είναι ανδρικό μοναστήρι. Βρισκόμαστε πλέον νοτιοδυτικά από την Κόνιτσα, στη νότια όχθη του Αώου σε μικρό ύψωμα στις πλαγιές της Γκαμήλας (Τύμφης) η οποία υψώνεται μπροστά μας επιβλητικά. Περνάμε την πόρτα της Μονής και μπαίνουμε σε ένα πολύ όμορφο χώρο.

Δεξιά βρίσκεται το εκκλησάκι, αριστερά δωμάτια και στο βάθος η κουζίνα ενώ ακριβώς απένταντι ο ηγούμενος μας προτρέπει να επισκεφτούμε το δωμάτιο που έμενε ο πάτερ – Παϊσιος τα 4 χρόνια της παραμονής του. Στη μέση της Μονής ένας υποτυπώδης κήπος ομορφαίνει το χώρο.

Ο τόπος εδώ έχει κάτι το ανώτερο, το νιώθεις από την πρώτη κιόλας στιγμή. Αφού ευχαριστούμε τον ηγούμενο, ο οποίος συντηρεί τη Μονή, για τη φιλοξενία και την ανοχή του στο ακατάλληλο της εξωτερικής μας περιβολής κατευθυνόμαστε λίγο πιο κάτω σε 200 μέτρα απόσταση όπου βρίσκεται μια φυσική πηγή και ένας κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος για να κολατσίσουμε.

Καθόμαστε αρκετή ώρα ώστε να ανακτήσουμε δυνάμεις και να επαναφέρουμε την αναπνοή μας στα κανονικά της επίπεδα για να πάρουμε στη συνέχεια το δρόμο της επιστροφής. Ο Scooby επιτέλους παίρνει αυτό που μάλλον είχε ως στόχο εξ’ αρχής: το μερίδιό που του αναλογεί από το κολατσιό μας.

Στην κατηφόρα χρειάζεται αρκετή προσοχή και η γκλίτσα σε αυτό το σημείο της πεζοπορίας είναι μεγάλη βοήθεια. Σίγουρα όμως είναι πολύ πιο ξεκούραστη πορεία, μόνο 2 μικρές ανηφορίτσες όλες κι όλες. Ο ήλιος έχει βγει για τα καλά και αποφασίζουμε να δροσιστούμε με μια βουτιά στα παγωμένα νερά του Αώου: σκέτη απόλαυση!!

Η ικανοποίηση που κατάφερα τελικά να φτάσω στην πηγή και να πιω από το δροσερό και γάργαρο νερό της είναι ασύλληπτη. Οι αισθήσεις μου προσπαθούν να απορροφήσουν όσο πιο έντονα γίνεται τις χιλιάδες εικόνες της φύσης γύρω μου. Το γεφύρι της Κόνιτσας στο βάθος θα σημάνει το τέλος αυτής της διαδρομής αλλά την ίδια ώρα δίνεται η υπόσχεση όλων μας για την επόμενη εξόρμησή μας.

Κάτω ακριβώς από τη γέφυρα κάποιες άλλες φιλίες γεννιούνταν: μια ομάδα πιτσιρίκων αρχίζει να μυείται από τον δάσκαλό της στα μυστικά του κανόε καγιάκ ενώ κάποιοι άλλοι παίζουν αμέριμνα στο ποτάμι.

Η ώρα δεν είναι καν 13:00 και εμείς έχουμε καταφέρει να αδράξουμε τη μέρα μας. Μετά από τόσο ιδρώτα και ανηφόρα η όρεξη βέβαια έχει ανοίξει και η καλύτερη συνέχεια είναι φρέσκια πέστροφα δίπλα ακριβώς στο ποτάμι: σας ακούγεται δελεαστικό;

Δεν έχετε παρά να απολαύσετε όλη τη διαδρομή, από την αρχή μέχρι το τέλος – και τι τέλος! – με την δική σας παρέα! Ξεκινήστε λοιπόν για Κόνιτσα και πεζοπορία στη Μονή Στομίου.

Leave a Response

Your email address will not be published. Required fields are marked *